σανδάλι

Όνομα δύο οικισμών. 1. Μικρός ημιορεινός οικισμός (34 κάτ., υψόμ. 350 μ.), στην επαρχία Σητείας, του νομού Λασιθίου. Υπάγεται διοικητικά στην κοινότητα Κατσιδωνίου. 2. Πεδινός οικισμός (152 κάτ., υψόμ. 30 μ.), στην επαρχία Γιαννιτσών του νομού Πέλλης. Υπάγεται στην κοινότητα Καλλίπολης.
* * *
το / σανδάλιον, ΝΜΑ, και σαντάλι Ν [σάνδαλον]
νεοελλ.
υπόδημα από πέλμα, ιδίως ξύλινο, το οποίο προσδένεται με λουριά στο πάνω μέρος τού ποδιού
αρχ.
1. (με υποκορ. σημ.) μικρό σάνδαλο
2. οπλή υποζυγίου, ίππου, όνου ή ημιόνου («σανδάλια ὀνικά», πάπ.)
3. χειρουργικός επίδεσμος
4. είδος ψαριού με πλατύ σχήμα, σάνδαλον*
5. (κατά τον Ησύχ.) είδος ιατρικού επιδέσμου
6. στον πληθ. (τὰ) σανδάλια
(κατά τον Ησύχ.) γυναικεία υποδήματα, παντοφλάκια.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σανδάλι — [сандали] ουσ. о. сандалия …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • μονοσάνδαλος — και μονοσάνταλος, η, ο (Α μονοσάνδαλος, ον) αυτός που φορά ένα μόνο σανδάλι. [ΕΤΥΜΟΛ. < μον(ο) * + σανδάλι(ον) (πρβλ. χρυσο σάνδαλος)] …   Dictionary of Greek

  • σόλιον — Γράφεται και Σόλλιον ή Σόλλειον. Αρχαία πόλη της Ακαρνανίας απέναντι από τη Λευκάδα, αποικία των Κορινθίων. Το 431 π.Χ., οι Αθηναίοι, με εκατό πλοία, κυρίευσαν το Σ. Όταν έγινε η ειρήνη του Νικία, το Σ. δεν αποδόθηκε στους Κορίνθιους, ούτε… …   Dictionary of Greek

  • Ιάσων — I Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Τύραννος των Φερών της Θεσσαλίας (; – 370 π.Χ.). Διαδέχθηκε το 378 π.Χ. τον πατέρα ή πεθερό του, Λυκόφρονα. Υπήρξε μαθητής του Αθηναίου σοφιστή Γοργία, του ρήτορα Ισοκράτη και άλλων σοφιστών, και παραδεχόταν την… …   Dictionary of Greek

  • GR-EO2 — Nationalstraße 2 (Ethiniki Odos 2) Länge: ca. 630 km …   Deutsch Wikipedia

  • Nationalstraße 2 (Griechenland) — Vorlage:Infobox hochrangige Straße/Wartung/GR N Εθνικη Οδος E.O.2 in Griechenland …   Deutsch Wikipedia

  • ακάτιο — το (Α ἀκάτιον) [ἄκατος] μικρή άκατος, μικρό πλοίο αρχ. 1. είδος ιστίου (πανιού) (Ξεν. Ελλ. 6, 2, 27, Πλούτ. 2.15d, Λουκ., Ζευς τραγ, 46) 2. ποτηράκι (Επικράτ. άδ. 2) 3. σανδάλι γυναικείο (Πολυδ. 7, 93, Ησύχ.) 4. μικρόσωμος άνθρωπος, νάνος… …   Dictionary of Greek

  • κάμπαγος — (AM) είδος υποδήματος που φορούσαν οι Ρωμαίοι και Βυζαντινοί αυτοκράτορες, οι πατρίκιοι και οι ιππείς, το οποίο έμοιαζε με σανδάλι, ήταν προσαρμοσμένο στο πόδι με ιμάντες και άφηνε ακάλυπτο το πάνω μέρος τού ποδιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. campagus] …   Dictionary of Greek

  • μονοκρήπις — μονοκρήπις, ιδος, ὁ, ἡ (Α) αυτός που έχει ένα μόνο σανδάλι, μονοσάνδαλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μον(ο) * + κρηπίς, ίδος «είδος υποδήματος» (πρβλ. θεο κρήπις)] …   Dictionary of Greek

  • πέδιλο(ν) — το, ΝΜΑ, αιολ. τ. πέδιλλον Α είδος υποδήματος που υπάρχει από την αρχαιότητα και το οποίο καλύπτει με δέρμα ή παρόμοιο υλικό μόνο το πέλμα ή και τον ταρσό τού ποδιού, ενώ συγκρατείται πάνω στο πόδι με κορδόνια ή λουριά, σανδάλι νεοελλ. αρχ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.